Αρχαία Στάγειρα : Η γενέτειρα του Αριστοτέλη, μόλις μία ώρα από την Θεσσαλονίκη


Τα αρχαία Στάγειρα βρίσκονται περί τα 500 μ. ΝΑ του σημερινού οικισμού της Ολυμπιάδας, πάνω σε μια μικρή, ορεινή και όμορφη χερσόνησο που ονομάζεται «Λιοτόπι»...

Η πόλη καταλάμβανε και τους δύο λόφους αυτής της χερσονήσου, τον παραθαλάσσιο δηλ. Βόρειο κι ένα μεγαλύτερο Νότιο, που χωρίζονται μεταξύ τους με χαμηλό αυχένα. Η θέση της πόλης, που είναι σ' όλους γνωστή ως η πατρίδα του Αριστοτέλη, ταυτίζεται με βεβαιότητα τόσο από τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων, όσο και από τις έρευνες σύγχρονων μελετητών.

Οι αρχαίες μαρτυρίες είναι σαφείς:
Δίνουν την απόσταση της πόλης από την αρχαία Άκανθο νοτιότερα, αναφέρουν ότι αυτή ήταν παραθαλάσσια και, το σημαντικότερο, τις περισσότερες φορές μιλούν για ένα μικρό νησάκι απέναντι από τα Στάγειρα, που έφερε το όνομα «Κάπρος». (Το ίδιο όνομα παραδίδεται και για το λιμάνι της αρχαίας πόλης, που πιθανότατα ταυτίζεται με τον κόλπο της Ολυμπιάδας, ενώ και τα νομίσματα των Σταγείρων έφεραν παράσταση κάπρου).

Το μοναδικό πράγματι νησάκι που υπάρχει στην περιοχή είναι ο σημερινός «Καυκανάς», που απέχει μόλις 1,5 μίλι από την αρχαία πόλη. Σήμερα είναι ακατοίκητο και μαζεύει όλους τους γλάρους της περιοχής, από τα ερείπια όμως που υπάρχουν εκεί, φαίνεται ότι είχε κατοικηθεί από τα κλασικά μέχρι και τα μεσοβυζαντινά χρόνια. Πιο χαρακτηριστικά από τα ερείπια αυτά είναι δύο μεγάλες υδατοδεξαμενές κι ένα οικοδόμημα των βυζαντινών χρόνων που βρίσκονται στο δυτικό άκρο του νησιού.

Μικρό αλλά πανέμορφο χωριό 650 κατοίκων, κτισμένο από πρόσφυγες που ήλθαν από την Αγ. Κυριακή της Μ. Ασίας το 1923. Όταν εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες εδώ, βρήκαν οικισμό με 10 περίπου αγροτικές οικογένειες. Η μικρή περιοχή που τους παραχωρήθηκε ήταν βαλτώδης και μαστιζόταν από ελονοσία. Από την αρρώστια αυτή χάθηκε το 1/3 περίπου του αρχικού προσφυγικού πληθυσμού, ενώ ένα μεγάλο μέρος του διασκορπίστηκε σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.

Σύμφωνα με μια τοπική παράδοση, το όνομα του χωριού προέρχεται από την Ολυμπιάδα, τη μητέρα δηλαδή του Μ. Αλεξάνδρου, την οποία ο βασιλιάς Κάσσανδρος είχε εξορίσει στ' Αρχαία Στάγειρα ή, κατ' άλλους, στο παρακείμενο νησάκι «Κάπρος». Αν και η πληροφορία είναι ανεπιβεβαίωτη, δεν αποκλείεται να κρύβει κάποια ιστορική αλήθεια.

Το σημερινό χωριό, κτισμένο κατά μήκος μιας όμορφης παραλίας, απλώνεται στον μυχό ενός φυσικού λιμανιού. Πλαισιώνεται από καταπράσινα βουνά και μαγευτικές παραλίες υπέροχα συνδυασμένα, που προσελκύουν πλήθος επισκεπτών κατά τους θερινούς κυρίως μήνες.
Κάθε καλοκαίρι επίσης, στην γιορτή της προστάτιδας Αγίας Κυριακής, οργανώνονται πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, όπως και ημερίδα, με θέμα τη ζωή και το έργο του Μεγάλου Σταγειρίτη Φιλοσόφου Αριστοτέλη.

Στα Αρχαία Στάγειρα, που βρίσκονται αμέσως νοτιοανατολικά της Ολυμπιάδας, οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1990, με χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και με τη συμμετοχή της Κοινότητας Ολυμπιάδας. Από τότε και κάθε καλοκαίρι οι έρευνες συνεχίσθηκαν μέχρι και το 2000.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΑΓΕΙΡΑ
Η πόλη ιδρύθηκε περί το 655 π.Χ., από Ίωνες αποίκους της νήσου Άνδρου, ενώ λίγο αργότερα έφθασαν άποικοι και από τη Χαλκίδα.
Μετά τους περσικούς πολέμους έγιναν και τα Στάγειρα μέλος της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας, συνεισφέροντας στο κοινό ταμείο.
Κατά τον Πελοποννησιακό όμως πόλεμο και συγκεκριμένα το 424 π.Χ., η πόλη αποστάτησε από τους Αθηναίους και συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες. Το γεγονός εξόργισε τους Αθηναίους, οι οποίοι κι έσπευσαν να πολιορκήσουν την πόλη, δίχως όμως αποτέλεσμα.

Αργότερα τα Στάγειρα προσχώρησαν στο Κοινό των Χαλκιδέων, στη συνομοσπονδία δηλ. όλων των πόλεων της Χαλκιδικής, που είχε έδρα την Όλυνθο.
Το 349 π.Χ. η πόλη πολιορκήθηκε και στη συνέχεια υπέκυψε στο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β΄, ο οποίος και την κατέστρεψε ολοσχερώς, για να την επανιδρύσει όμως λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος, προς τιμήν του Αριστοτέλη.
Φαίνεται όμως ότι η καταστροφή αυτή από τον Φίλιππο σηματοδότησε ήδη την αρχή της παρακμής της πόλης, η οποία άρχισε να φθίνει συνεχώς. Έτσι, ο γεωγράφος Στράβων, που έζησε στα χρόνια του Χριστού, σημειώνει ότι στην εποχή του τα Στάγειρα ήταν ήδη ερημωμένα.

Χίλια περίπου χρόνια αργότερα, αναφέρεται η ύπαρξη, στην ίδια θέση, ενός μικρού μεσαιωνικού κάστρου, που έφερε το όνομα «Λιβασδιάς» και αργότερα «Λιψάσδα». Στο κάστρο αυτό ανήκουν προφανώς τα λίγα κτίσματα στην κορυφή του Βόρειου Λόφου, καθώς και το βυζαντινό τείχος που φράσσει, στην αρχή του, τον ίδιο λόφο.

Η γενέτειρα του Αριστοτέλη
Γεννήθηκε στα Στάγειρα το 384 π.Χ. Πατέρας του ήταν ο Νικόμαχος, γιατρός του βασιλιά Αμύντα Β΄ και μητέρα του η Φαιστίς ή Φαιστιάς. Οι γονείς του πέθαναν νωρίς και τη φροντίδα του μικρού Αριστοτέλη ανέλαβε ο Πρόξενος, συγγενής του από τον Αταρνέα, μια πόλη της Μυσίας. Σε ηλικία 18 ετών κατέβηκε από τα Στάγειρα στην Αθήνα, όπου και φοίτησε για 20 ολόκληρα χρόνια στην Πλατωνική Ακαδημία, μέχρι δηλ. το θάνατο του Πλάτωνα το 347 π.Χ.
Λίγο πριν ο Αριστοτέλης είχε ιδρύσει σχολή στην Άσσο της Τρωάδας, ως παράρτημα της Ακαδημίας. Τότε παντρεύτηκε και την Πυθιάδα από τον Αταρνέα. Στην περιοχή της Τρωάδας έμεινε 3 χρόνια και κατόπιν πέρασε στη Λέσβο, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Θεόφραστο, τον οποίο και άφησε αργότερα διάδοχο στη σχολή της Αθήνας. Στη Λέσβο έμεινε 2 χρόνια, μέχρι δηλ. το 343 π.Χ., οπότε και τον κάλεσε στην Πέλλα ο Φίλιππος Β΄, ως δάσκαλο του γιου του Αλεξάνδρου.

Η εκπαίδευση του Αλεξάνδρου κράτησε 3 χρόνια, μέχρι δηλ. το 340 π.Χ. Στη συνέχεια ο Αριστοτέλης αποσύρθηκε στα Στάγειρα, όπου και ξαναπαντρεύτηκε, αυτή τη φορά με τη συμπατριώτισσα του Χερφυλλίδα (ή Ερπυλλίδα). Στην Αθήνα επέστρεψε το 335 π.Χ., οπότε και ίδρυσε δική του σχολή, το Λύκειο, που αργότερα ονομάστηκε Περίπατος. Διηύθυνε τη σχολή αυτή για 12 χρόνια, διάστημα στο οποίο συντελέστηκε ολόκληρο το θαυμαστό του έργο.
Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, κατηγορήθηκε από τους εχθρούς του «επί ασεβεία» και κατέφυγε στη Χαλκίδα, όπου είχε ένα κτήμα, κληρονομιά από τη μητέρα του. Εκεί στη Χαλκίδα και σε ηλικία 63 ετών, τον βρήκε ο θάνατος σ' ένα χρόνο, το 322 π.Χ. Άφησε δύο παιδιά, την Πυθιάδα και το Νικόμαχο.

Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη γραπτή παράδοση, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Αριστοτέλη στη Χαλκίδα, οι Σταγειρίτες μετέφεραν επισήμως κι έθαψαν τα οστά του μέσα στην πόλη τους. Αναφέρεται ότι έγινε τότε μεγαλοπρεπής τελετή, ότι ιδρύθηκε μεγάλος βωμός στον τάφο του φιλοσόφου και ότι καθιερώθηκε προς τιμήν του ετήσια γιορτή, τα «Αριστοτέλεια». Σήμερα γίνονται προσπάθειες για την αναβίωση της μεγάλης αυτής γιορτής των «Αριστοτέλειων». Οι πρώτες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις έγιναν ήδη το καλοκαίρι του 1996 και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ
Πριν αρχίσουν οι ανασκαφές στ' αρχαία Στάγειρα, ορατά ήταν μόνον τα ίχνη της μεσαιωνικής κατοίκησης στο Βόρειο Λόφο (κυρίως το βυζαντινό διατείχισμα), ενώ από την αρχαιότερη πόλη των Σταγείρων, ελάχιστα ίχνη διακρίνονταν, μέσα στην πυκνή δασώδη βλάστηση. Είναι προς τιμήν των κοινοτικών συμβουλίων της Ολυμπιάδας ότι από χρόνια πάσχιζαν να πείσουν την Αρχαιολογική Υπηρεσία, να ξεκινήσει τις ανασκαφές στην πατρίδα του Αριστοτέλη.
Μια πρώτη, μικρής κλίμακας και ολιγοήμερη ανασκαφική προσπάθεια αναλήφθηκε το 1968 από τον τότε διευθυντή του Μουσείου Θεσσαλονίκης Φ. Πέτσα. Διενεργήθηκαν τότε έρευνες σε δύο σημεία, εκτός των ορίων της τειχισμένης πόλης: στον κολπίσκο της «Συκιάς», όπου αποκαλύφτηκαν αναλημματικοί τοίχοι της κλασικής περιόδου και στη θέση «Βίνα» (περί το 1,5 χλμ. ΝΑ των αρχαίων Σταγείρων), όπου ήρθε στο φως ένας κυκλικός πύργος.
Αφορμή γι' αυτήν την προσπάθεια είχε σταθεί τότε η ανεύρεση κυρίως ενός ημίεργου αγάλματος κούρου, που ανασύρθηκε από ιδιώτη δύτη στον κολπίσκο του «Λιοτοπιού». Χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από 20 χρόνια, από την πρώτη εκείνη ανασκαφική προσπάθεια, για να ξαναρχίσουν με συστηματικό πλέον τρόπο οι ανασκαφές στα Στάγειρα.

Η έναρξή τους έγινε από τον γράφοντα (Δρ. Αρχαιολόγο κ. Σισμανίδη Κώστα), με δοκιμαστικές και διερευνητικές τομές, το Σεπτέμβριο του 1990. Τα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα εκείνης της έρευναςδημιούργησαν τις ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη συνέχιση των ανασκαφών, οι οποίες διεξήχθησαν κανονικά για μία δεκαετία.

Η οχύρωση των υστεροκλασικών χρόνων. Κάτω αριστερά το αρχαϊκό ιερό και το θεσμοφόριο. Πάνω δεξιά συγκρότημα ελληνιστικών σπιτιών


ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΧΩΡΟ

Πρώιμη κλασική οχύρωση:
Στην περίοδο της μεγάλης της ακμής, δηλαδή από το 500 π.Χ. περίπου μέχρι τα μέσα του 4ου αι. π.Χ., η πόλη προστατευόταν με ισχυρό οχυρωματικό περίβολο, το συνολικό μήκος του οποίου υπολογίζεται γύρω στα 2 χλμ. Πρόκειται για ένα θαυμαστό έργο της οχυρωτικής αρχιτεκτονικής, που χρονολογείται γύρω στο 500 π.Χ. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι εκτός από τη νότια πλευρά των Σταγείρων, όπου το τείχος φράσσει την πόλη από θάλασσα σε θάλασσα, στις άλλες της τρεις πλευρές αυτό βαίνει πάντοτε παράλληλα και κατά μήκος της κρημνώδους ακτής. Η πορεία του ανιχνεύεται σ' ολόκληρη την περίμετρο της πόλης, πλήρης όμως αποκάλυψη της οχύρωσης έχει γίνει, μέχρι τώρα, μόνο στο νότιο σκέλος της, αλλά και σε μεγάλα τμήματα του ανατολικού, δυτικού και βόρειου σκέλους της, σ' ένα συνολικό δηλαδή μήκος 700 μ. περίπου.

Το τείχος αυτό, πάχους 2 μ., είναι χτισμένο με πωρόλιθους, ασβεστόλιθους και μαρμαρολίθους, με διάφορα συστήματα δόμησης, κυριότερα από τα οποία είναι, εκτός βέβαια από το ακανόνιστο, το λεγόμενο «αιγυπτιάζον» (που χρησιμοποιεί, κατά τόπους, πλακοειδή βύσματα σε επάλληλες στρώσεις), το «λέσβιο» σύστημα (που συναντάται σ' ένα μεγάλο τμήμα του νότιου σκέλους της οχύρωσης) και το πολυγωνικό, σημαντικό τμήμα του οποίου αποκαλύφτηκε στο ακρότατο σημείο του Βόρειου λόφου, αμέσως δηλαδή πάνω από τον απότομο γκρεμό.

Το τείχος διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση (σε ορισμένα σημεία του σώζεται μέχρι ύψους 4 μ.) και θεμελιώνεται κλιμακωτά στο βράχο, ακολουθώντας τις έντονες κλίσεις του ορεινού εδάφους. Σε δύο σημεία του μέχρι τώρα, από ένα αντίστοιχα στο νότιο και δυτικό του σκέλος, αποκαλύφτηκαν μικρές πυλίδες, ενώ, κατά διαστήματα, ανοίγονται σ' αυτό οχετοί για την απομάκρυνση των όμβριων υδάτων. Στο νότιο ειδικά σκέλος του και σε κανονικές μεταξύ τους αποστάσεις, υπάρχουν μεγάλοι κυκλικοί και τετράγωνοι πύργοι.

Μέχρι σήμερα, έχουν έρθει στο φως τρεις τέτοιοι κυκλικοί και άλλοι τόσοι τετράγωνοι πύργοι. Αντίστοιχα, σε διάφορα σημεία του εσωτερικού μετώπου του τείχους, κολλούν μεγάλες ορθογώνιες και συμπαγείς λιθοκατασκευές. Πρόκειται για τις λεγόμενες κλίμακες ανόδου, που οδηγούσαν με σκαλοπάτια στους προμαχώνες του τείχους.

Σημειώνουμε εδώ ότι, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μελέτης, η οποία συντάχθηκε από ομάδα αρχιτεκτόνων, ξεκίνησε το 1995 και το πρόγραμμα αναστήλωσης αυτού του νότιου σκέλους της οχύρωσης. Εκτός των άλλων σημείων, αναστηλωτικές εργασίες έγιναν σε μεγάλα τμήματα του τείχους, δεξιά κι αριστερά αντίστοιχα της πυλόφου, στον κυκλικό πύργο αμέσως στα δεξιά της και στον μεγάλο τετράγωνο πύργο, περί τα 50 μ. ανατολικότερα. Οι επεμβάσεις ειδικά στους δύο αυτούς πύργους είναι σχετικά μεγάλης κλίμακας, επειδή προβλέπεται ν' αποτελέσουν και σημεία θέασης των επισκεπτών.

Ακρόπολη:
Καταλαμβάνει το μεγάλο πλάτωμα, που βρίσκεται στην κορυφή του Νότιου Λόφου. Σε κάτοψη, παρουσιάζει σχήμα ορθογωνίου περίπου τριγώνου, του οποίου η νότια πλευρά ταυτίζεται με το κλασικό τείχος, που διέρχεται από το σημείο αυτό. Στην πλευρά αυτή και δίπλα στο μεγάλο κυκλικό πύργο της κορυφής του λόφου, υπάρχει η μικρή πυλίδα που είδαμε, ενώ κοντά της και κολλημένη στο εσωτερικό του τείχους βρίσκεται μία κλίμακα ανόδου με επτά σκαλοπάτια. Οι άλλες δύο πλευρές της ακρόπολης προστατεύονται με χωριστό οχυρωματικό περίβολο, στην εσωτερική όψη του οποίου και σε κανονικά μεταξύ τους διαστήματα (ανά 3 μ.), υπάρχουν λιθόκτιστες αντηρίδες στη σειρά. Οι μικροί ορθογώνιοι χώροι, που δημιουργούνται με τις αντηρίδες σ' όλο το μήκος του περιβόλου, ήταν πιθανότατα στεγασμένοι, όπως φαίνεται και από τα μεγάλα αποθηκευτικά πιθάρια που βρέθηκαν σε αρκετούς απ' αυτούς τους χώρους. Μέσα στην ακρόπολη και ακριβώς απέναντι από την πυλίδα του τείχους, αποκαλύφτηκε μία κυκλική δεξαμενή νερού, διαμέτρου 2 και βάθους 4 μ.
Στην υψηλότερη επίσης γωνία της, ήρθε στο φως ένας τετράγωνος χώρος, πλευράς 5 μ. Ο χώρος αυτός, μαζί και μ' έναν δεύτερο ανάλογο δίπλα του, αποτελούσαν ένα στρατιωτικό φυλάκιο, προς επιτήρηση της γύρω από τα Στάγειρα περιοχής. Καταλαμβάνει το υψηλότερο σημείο ολόκληρης γενικά της πόλης, με δυνατότητα κατόπτευσης τόσο αυτής, όσο και του περιβάλλοντος χώρου, σε μεγάλη μάλιστα ακτίνα.

Κεντρικός υδροδοτικός αγωγός:
 Διαπερνά το τείχος σ' ένα σημείο του νότιου σκέλους του. Αποκαλύφτηκε, μέχρι τώρα, σε μήκος 45 μ. Αποτελείται από πηλοσωλήνες στη σειρά, που κατέβαζαν το νερό από το μεγάλο ορεινό όγκο στα νότια της αρχαίας πόλης. Εδώ και κατά μήκος ενός σύγχρονου δασικού δρόμου, διακρίνονται πολλοί τέτοιοι πηλοσωλήνες. Δε γνωρίζουμε ακόμη την ακριβή διαδρομή του αγωγού μέσα στην πόλη, ελπίζουμε όμως ότι η μελλοντική έρευνα θα μας οδηγήσει στην κεντρική της υδατοδεξαμενή.

Κλασικές ελληνιστικές οικίες:
Πρόκειται για τμήματα λιθόκτιστων σπιτιών του 5ου, 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., που ανασκάφηκαν σε πολλά και διαφορετικά σημεία της πόλης. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα αρχαιότερα στοιχεία κατοίκησης προέρχονται από το Βόρειο Λόφο, όπου ήρθαν στο φως και τα σημαντικότερα κατάλοιπα της οικιστικής αρχιτεκτονικής των Σταγείρων. Διαπιστώθηκε ότι το ορεινό του εδάφους, οι έντονες κλίσεις του και η πυκνότητα της κατοίκησης επιβάλλουν συχνά διάφορες πρακτικές λύσεις, όπως είναι, για παράδειγμα, η δια λαξεύσεως επιπεδοποίηση του φυσικού βράχου και η δημιουργία βαθμιδωτών ανδήρων, πάνω στα οποία κτίζονται τα οικοδομικά τετράγωνα ή τα μεμονωμένα σπίτια. Οι κλίσεις του εδάφους επιβάλλουν επίσης συχνά την κλιμακωτή διαμόρφωση ακόμη και στα δωμάτια του ίδιου σπιτιού, βοηθούν όμως παράλληλα και στη δημιουργία υπόγειων χώρων, οι οποίοι έχουν συνήθως αποθηκευτική ή εργαστηριακή χρήση.
Τα σπίτια που ερευνήθηκαν μέχρι τώρα, μας δίνουν ήδη σημαντικές πληροφορίες για την οικιστική οργάνωση, την οικιακή οικονομία και την κοινωνία των Σταγείρων. Κτισμένα με διαφόρων μεγεθών λαξευμένες ή μη πέτρες, έχουν συνήθως δάπεδα από πατημένο χώμα. Εντύπωση προξενούν συχνά τα μεγάλα δωμάτια, αλλά και οι στενοί δρόμοι ανάμεσά τους, που είναι είτε λιθόστρωτοι, είτε διαμορφωμένοι στο βράχο. Το γεγονός αυτό, αλλά και η κλιμακωτή διάταξη των σπιτιών, θυμίζουν τους παραδοσιακούς οικισμούς των ελληνικών νησιών.

Δεξαμενή νερού:
Βρίσκεται στον αυχένα μεταξύ των δύο λόφων της πόλης, εκεί όπου, σύμφωνα με τις ανασκαφικές ενδείξεις, ήταν κτισμένα και τα δημόσια οικοδομήματά της. Πρόκειται, ακριβέστερα, για μια μικρή και ορθογώνια στέρνα ύδατος, κτισμένη με τεράστιους καλολαξευμένους γωνιόλιθους και πλακοστρωμένο δάπεδο. Στην αρχική της μορφή, ολόκληρη η εσωτερική της επιφάνεια έφερε επικάλυψη με χοντρό φύλλο μολύβδου.

Στοά κλασικών χρόνων:
 Δημόσιο οικοδόμημα, που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, εκεί δηλ. όπου τοποθετείται η Αγορά της. Πρόκειται για σημαντικό, ορθογώνιο κι επίμηκες κτίσμα, που συγκέντρωνε τους Σταγειρίτες για δημόσιες συζητήσεις. Έχει διαστάσεις 6Χ26μ. και είναι χτισμένη με μαρμάρινους κυρίως γωνιολίθους, κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα. Η πρόσβαση στο εσωτερικό της γινόταν με μνημειακή κλίμακα στην πρόσοψη της, την οποία πρέπει να φανταστούμε ανοιχτή με κίονες στη σειρά. Τους άλλους τρεις τοίχους της περιτρέχει εσωτερικά ένα απλό λίθινο κάθισμα (θρανίο). Για τη στήριξη της στέγης υπήρχε εσωτερική κιονοστοιχία, με οκτώ κίονες στο μέσο του πλάτους της, από τους οποίους διατηρήθηκαν μόνον οι μαρμάρινες βάσεις τους.Μπροστά στη στοά και αριστερά της κλίμακας σώθηκε η θεμελίωση ενός μικρού βωμού, με περιμετρικό αυλάκι υπερχείλισης, λαξευμένο στο βράχο.

Λείψανα αρχαϊκών κτιρίων:
 Σώζονται τα θεμέλια μόνον ενός κυκλικού και δύο ορθογώνιων κτισμάτων, που χρονολογούνται στον 6ο αι. π.Χ., σε εποχή δηλ. αρκετά παλιότερη της στοάς, η οποία βρίσκεται αμέσως βορειότερα. Ανάλογα και της ίδιας εποχής οικοδομικά λείψανα αποκαλύφτηκαν και στο αντίστοιχο αριστερό άκρο της πρόσοψης της στοάς, μαζί και με δύο μεμονωμένους μεγάλους γωνιόλιθους, οι οποίοι αποτελούσαν ίσως βάσεις κάποιων μνημείων.

Λιθόστρωτος δρόμος και δημόσιο οικοδόμημα:
Από το δεξιό άκρο της στοάς, ξεκινά ένας λιθόστρωτος δρόμος, ο οποίος, ύστερα από λοξή προς νότον πορεία 20μ. συναντούσε κάθετα έναν δεύτερο επιμελημένο και πλακόστρωτο δρόμο. Ο δρόμος αυτός αποκαλύφτηκε μέχρι τώρα σε μήκος περίπου 30 μ., όσο δηλαδή και το δημόσιο κτηριακό συγκρότημα που βρίσκεται αμέσως στα βόρεια και κατά μήκος του. Οι χώροι του συγκροτήματος αυτού, που οργανώνονται πίσω από μία κοινή πρόσοψη, ήταν μάλλον υπόγειοι. Ένα αξιοσημείωτο γεγονός, που σχετίζεται με την εκμετάλλευση του δομήσιμου χώρου, αποτελεί η επιπεδοποίηση του φυσικού βράχου, σε διαφορετικά όμως κλιμακούμενα επίπεδα.

Μέχρι τώρα διαπιστώθηκαν τρία τέτοια επίπεδα: Εγγύτατα προς τη στοά και στο υψηλότερο επίπεδο, αναπτύσσεται ένα τριμερές κτίσμα, συνολικού ύψους 12 μ. Από τις ανασκαφικές ενδείξεις προκύπτει ότι εδώ στεγάζονταν κάποια από τα κλασικά καταστήματα της πόλης. Βυθισμένα στο χωμάτινο δάπεδό τους, βρέθηκαν τμήματα τριών τεράστιων πίθων και μία μεγάλη πήλινη λεκάνη, όλα συγκολλημένα με μολύβδινους συνδέσμους ήδη από την εποχή της τοποθέτησής τους, γεγονός που σημαίνει ότι προορίζοντας όχι για υγρά, αλλά για στερεά προϊόντα, ίσως δημητριακά.

Ο δεύτερος στη σειρά μεγάλος και ορθογώνιος χώρος του συγκροτήματος βρίσκεται σε επίπεδο αρκετά χαμηλότερο.

Στο δυτικό του μισό αποκαλύφτηκαν, κοντά και παράλληλα, δύο στη σειρά λαξευμένες στο βράχο μεγάλες και επιμήκεις βαθιές κατασκευές (σαν βάρκες), που φέρουν στον πυθμένα τους από πέντε αβαθείς κοιλότητες. Τόσο οι κοιλότητες αυτές, όσο κι ένας μεγάλος αριθμός λάκκων δίπλα τους, λαξευμένων επίσης στο βράχο, καθιστούν πιθανότερη την άποψη ότι στο χώρο αυτό λειτουργούσε μια μεγάλη αποθήκη. Με την έννοια αυτή, στους πολυπληθείς λάκκους του χώρου πρέπει να φανταστούμε (χωμένα μέχρι κάποιο ύψος) μεγάλα αποθηκευτικά πιθάρια για διάφορα αγροτικά προϊόντα.
Στο τρίτο και συνεχόμενο επίπεδο χαμηλότερα, διαμορφώνεται ένας ανάλογος σε διαστάσεις ορθογώνιος χώρος, η χρήση του οποίου ήταν επίσης αποθηκευτική. Υπήρχε δηλαδή και εδώ μία από τις δημόσιες αποθήκες της πόλης, στεγασμένη κι αυτή στο υπόγειο του ίδιου συγκροτήματος.


Βυζαντινό τείχος:
Φράσσει το Βόρειο Λόφο από θάλασσα σε θάλασσα, με πορεία περίπου ευθύγραμμη. Έχει μήκος γύρω στα 250 μ., πάχος 1 μ. και σώζεται μέχρι ύψους 3,5 μ. Είναι χτισμένο ακανόνιστα με μικρές πέτρες και ασβεστοκονίαμα. Κατά διαστήματα στην εσωτερική του όψη υπάρχουν λιθόκτιστες αντηρίδες. Η κατασκευή του ανάγεται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους (10ος-11ος αι. μ.Χ.) και σχετίζεται με την εγκατάσταση, στην κορυφή του ίδιου λόφου, ενός βυζαντινού οχυρού.

Βυζαντινός πύργος - Αρχαϊκό τείχος και πύλη - Αψιδωτό οικοδόμημα - Μαρμαροθετημένο
δάπεδο:
Στο μέσο περίπου της διαδρομής του βυζαντινού τείχους και στο υψηλότερο σημείο του, αποκαλύφτηκε ένας μεγάλος τετράγωνος πύργος του, αλλά και διάφορα άλλα, ιδιαίτερα σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα. Οι τοίχοι του βυζαντινού πύργου, που διατηρούνται σε μεγάλο ύψος, είναι κτισμένοι, «εν πολλοίς», με καλολαξευμένους γωνιολίθους αρχαιότερων κτισμάτων, οι οποίοι παρεμβάλλονται στην απλή του τοιχοποιία με τις μικρές πέτρες και το ασβεστοκονίαμα. Δίπλα σ' αυτόν τον πύργο και δεξιά για τον ανερχόμενο, ήρθε τελευταία στο φως ένα τμήμα της πρώτης οχύρωσης της πόλης, που χρονολογείται στα αρχαϊκά χρόνια (6ος αιώνας π.Χ.). Έτσι αποδείχτηκε ότι η γραμμή του αρχαϊκού τείχους ταυτίζεται ακριβώς μ' εκείνην του βυζαντινού. Διαπιστώθηκε δηλαδή ότι το βυζαντινό τείχος, που φράσσει το Βόρειο Λόφο στην αρχή του, χρησιμοποιεί ως θεμέλιο αυτό ακριβώς το αρχαϊκό τείχος.

Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για την έκταση κυρίως που είχε η πόλη από την εποχή της ίδρυσής της (7ος αι. π.Χ.) μέχρι τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., οπότε η αύξηση του πληθυσμού της επέβαλε την επέκτασή της και στο γειτονικό Νότιο Λόφο, με την κατασκευή της πρώιμης κλασικής οχύρωσης που είδαμε. Στο μικρό τμήμα του αρχαϊκού τείχους που ανασκάφτηκε μέχρι τώρα, ήρθε στο φως και μία από τις κύριες πύλες της αρχαιότερης πόλης των Σταγείρων, μπροστά στην οποία μάλιστα βρέθηκε πεσμένο και σπασμένο το μαρμάρινο υπέρθυρό της.

Το υπέρθυρο αυτό πρέπει να είχε συνολικό μήκος γύρω στα 2,50 μ., ενώ το σημαντικότερο είναι ότι αποδίδει ανάγλυφα έναν αγριόχοιρο αριστερά, αντιμέτωπο μ' ένα λιοντάρι στα δεξιά. Από την παράσταση αυτή, η οποία, ως γνωστόν, διακοσμεί και τα τετράδραχμα των Σταγείρων (εκεί βέβαια στη δραματική σύνθεση του σπαραγμού ενός κάπρου από λιοντάρι), βρέθηκαν τα δύο ακραία της τμήματα. Το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό όχι μόνον γιατί μας δίνει ένα μεγάλο έργο της αρχαϊκής πλαστικής, ούτε επίσης γιατί απεικονίζει το ιερό ζώο και σύμβολο της πόλης των Σταγείρων, δηλαδή τον κάπρο (ας θυμηθούμε εδώ ότι το όνομα «κάπρος» έφεραν τόσο το λιμάνι της πόλης, όσο και το νησάκι απέναντί της), αλλά και επειδή σώζει τμήματα μιας επιγραφής του 6ου αιώνα π.Χ., χαραγμένης μάλιστα βουστροφηδόν.

Το μεγάλο τετράγωνο βυζαντινό πύργο τον περιβάλλει επακριβώς ένα δημόσιο αψιδωτό οικοδόμημα (διαστάσεων 9Χ10 μ.), που δίνει αρχικά την εντύπωση πύργου του αρχαϊκού τείχους που είδαμε. Προσεκτικότερη όμως παρατήρηση και τα κινητά ευρήματα πείθουν ότι το οικοδόμημα αυτό, μολονότι είναι κτισμένο με καλό οικοδομικό υλικό (το οποίο προέρχεται από αρχαιότερα δημόσια οικοδομήματα), όμως ανήκει στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια.
Η λειτουργία του παραμένει, προς το παρόν, προβληματική.
Εσωτερικά του βυζαντινού, και κατά συνέπεια, και του αρχαϊκού τείχους, πίσω δηλαδή από την αρχαϊκή πύλη που είδαμε, αλλά έκκεντρα και λοξά σε σχέση με τον άξονα τόσο αυτής, όσο και των άλλων κτισμάτων της ίδιας περιοχής, αποκαλύφτηκε κι ένα μεγάλο μαρμαροθετημένο δάπεδο ορθογωνίου σχήματος. Στο κέντρο του μαρμαροθετήματος υπάρχει μια ανάλογα ορθογώνια, αλλά κενή σήμερα μικρή επιφάνεια, στην οποία είναι πολύ πιθανό να υπήρχε αρχικά στημένος ένας μικρός βωμός του 6ου αι. π.Χ.

Βυζαντινός οχυρωματικός περίβολος - Βυζαντινός πύργος και κινστέρνα:
Όπως σημειώσαμε παραπάνω (βλ. αριθ. 9), στο μεγάλο επίπεδο χώρο, επιφανείας περίπου ενός στρέμματος, που δημιουργείται στην κορυφή του Βόρειου Λόφου, είχε εγκατασταθεί, κατά τους μέσους βυζαντινούς χρόνους, ένα στρατιωτικό οχυρό. Για την οικοδόμηση του χρησιμοποιήθηκε παλιότερο υλικό των αρχαίων Σταγείρων και κορασάνι. Εκτός από το βυζαντινό τείχος, που είδαμε ότι φράσσει ολόκληρο το λόφο, το οχυρό αυτό προστατευόταν και με χωριστό οχυρωματικό περίβολο, πάχους 1 μ., ο οποίος διατηρείται σε μεγάλο ύψος. Σε κάτοψη παρουσιάζει σχήμα τραπεζίου και ενισχύεται εσωτερικά με αντηρίδες, ενώ, εξωτερικά, με τετράγωνους ή κυκλικούς πύργους και πυργοειδείς προβολές. Μέσα στον περίβολο είναι ευδιάκριτα τα ερείπια ενός τετράπλευρου κτίσματος, προφανώς ενός βυζαντινού πύργου. Αμέσως ανατολικά του, σώζεται, σε καλή κατάσταση, μια μεγάλη και τετράγωνη υδατοδεξαμενή (βυζαντινή κινστέρνα), πλευράς 5 μ. περίπου, η οποία φέρει εσωτερικό επίχρισμα με υδραυλικό κονίαμα.
Κάτω από το κονίαμα αυτό διακρίνονται αρκετοί και τεράστιοι, επιμελώς λαξευμένοι γρανίτινοι γωνιόλιθοι, παρόμοιοι και με πολλούς άλλους που υπάρχουν εντοιχισμένοι σε όλα γενικά τα βυζαντινά κτίσματα.

Αρχαϊκός ναός:
 Οι καλολαξευμένοι γρανίτινοι γωνιόλιθοι, που μόλις αναφέραμε, αποδείχτηκε ότι προέρχονται από έναν μεγάλο και μάλλον εκατόμπεδο αρχαϊκό ναό (6ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος άρχισε ν' ανασκάπτεται στην κορυφή του Βόρειου Λόφου. Μέχρι τώρα αποκαλύφτηκε, σε μήκος άνω των 30 μ., μόνον ο ένας μακρύς του τοίχος, που διατηρείται μέχρι ύψους 2,20 μ. Αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού αποκαλύφτηκαν και άλλα, πλην όμως εντελώς αποσπασματικά ακόμη, αφού η ανασκαφή δεν έχει ολοκληρωθεί. Σημαντικά όμως, για τον ναϊκό χαρακτήρα του οικοδομήματος, είναι, εκτός των άλλων, και αρκετά κομμάτια αρχιτεκτονικών του ή άλλων γλυπτών. Από τα τελευταία σημειώνουμε εδώ τα πολλά τμήματα ενός μεγάλου μαρμάρινου γείσου με ανθέμια και άνθη λωτού εναλλάξ, καθώς και άλλα ενός τεράστιου ιωνικού κυματίου. Στο γλυπτικό διάκοσμο του ναού ανήκουν επίσης ένα τμήμα ανδρικού γενειοφόρου προσώπου, όπως κι ένα μικρό κεφάλι εξαιρετικής ιωνικής τέχνης.

Υστεροκλασικό τείχος:
 Βρίσκεται στα ΒΑ πρανή του Βόρειου Λόφου. Αποκαλύφτηκε, μέχρι τώρα, σε μήκος 140 μ. Στο χαμηλότερο τμήμα του ακολουθεί πορεία ζιγκζαγκωτή, η οποία ψηλότερα γίνεται ευθύγραμμη. Σε σχέση με το πρωιμότερο κλασικό τείχος, τμήματα του οποίου αποκαλύφτηκαν λίγο χαμηλότερα (αμέσως πάνω από την κρημνώδη ακτή), αυτό φαίνεται να εξαιρεί μέρος της παλιότερης πόλης. Έχει πάχος 1,80 μ., σώζεται μέχρι ύψους 3 μ. και είναι κτισμένο ακανόνιστα. Στο μέσο περίπου της διαδρομής του, ανοίγεται μια μικρή πυλίδα. Όπως αποδείχτηκε με την ανασκαφή, πρόκειται για το τείχος που έκτισε ο Φίλιππος Β΄, αφού πρώτα ο ίδιος είχε καταστρέψει την πόλη, στα 349 π..Χ. Σύμφωνα με τις πηγές, η ανοικοδόμηση των Σταγείρων από το Φίλιππο έγινε κατά παράκληση του Αριστοτέλη, ο οποίος είχε στο μεταξύ προσληφθεί ως δάσκαλος του Αλεξάνδρου. Κατά διαστήματα στο εσωτερικό μέτωπο του τείχους, κολλούν εγκάρσιοι τοίχοι, οι οποίοι, σε συνδυασμό και με την επιπεδοποίηση του βράχου, δημιουργούν κλιμακωτά οικιστικά: άνδηρα. Στο υψηλότερο ειδικά τμήμα του τείχους και σε επαφή με την εσωτερική του πλευρά, ήρθαν στο φως τελευταία αρκετοί ορθογώνιοι χώροι, που ανήκουν σε σπίτια των ελληνιστικών κυρίως χρόνων.

Αρχαϊκό Ιερό:
 Πρόκειται για ένα μικρό Ιερό του 6ου αι. π.Χ., που ήταν αφιερωμένο σε μια γυναικεία θεότητα. Βρίσκεται στο ακρότατο ΒΑ τμήμα του Βόρειου Λόφου, αμέσως πάνω από τον απότομο γκρεμό. Αποτελείται από δύο τετράπλευρους χώρους, δεξιά κι αριστερά αντίστοιχα ενός λιθόστρωτου διαδρόμου. Χαρακτηριστικό της ιερότητας του χώρου αποτελεί το γεγονός ότι το υστεροκλασικό τείχος, που χτίστηκε δύο περίπου αιώνες αργότερα, σεβάστηκε το Ιερό και το συμπεριέλαβε ακριβώς, προσαρμόζοντας γι' αυτό το λόγο την πορεία του σ' αυτό του το τμήμα. Σημαντικότερος είναι ο μεγαλύτερος χώρος του Ιερού, στον οποίο υπάρχουν ένας πρωτόγονος βωμός και μια τετράγωνη εσχάρα θυσιών. Από το χώρο αυτό προέρχεται πλήθος κινητών ευρημάτων, μεταξύ των οποίων πολλά πήλινα ειδώλια και μεγάλες γυναικείες προτομές, καθώς επίσης και μια πήλινη μήτρα με παράσταση δύο ανδρών να συμπλέκονται για ένα κριάρι.

Αρχαϊκό κυκλικό οικοδόμημα:
 Είναι της ίδιας εποχής με το Ιερό και βρίσκεται σε μικρή απόσταση ΝΑ του. Διατηρείται σε μικρό ύψος το μισό περίπου της περιμέτρου του, που είναι κτισμένη με πωρολίθους και μαρμαρολίθους. Έχει διάμετρο 11 μ. και, όπως συνάγεται τόσο από το σχήμα και το μέγεθος του, όσο και από τα ευρήματα, αποτελούσε ένα Θεσμοφόριο, αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα.
Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας